Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστροφή

/a.po.stɾoˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έντονο αρνητικό συναίσθημα για κάτι ή κάποιον που σε κάνει να στρέφεσαι προς την άλλη μεριά Βικιλεξικό
  2. ρητορικό σχήματο να απευθύνεται ο ομιλητής διακόπτοντας τον λόγο του σε κάποιο πρόσωπο ή σε αφηρημένη έννοια Βικιλεξικό
    • Σε μια αποστροφή του λόγου του, αναφέρθηκε στον αείμνηστο ...

Ετυμολογία

αποστροφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστροφή και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική aversion :* για το ρητορικό σχήμα: (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποστροφή → δείτε και το γαλλικό apostrophe

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποστροφήαποστροφές
Γενικήαποστροφήςαποστροφών
Αιτιατικήαποστροφήαποστροφές
Κλητικήαποστροφήαποστροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →