Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσυμφορητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποσυμφόρηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσυμφορητικός < αποσυμφορώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσυμφορητικόςαποσυμφορητικήαποσυμφορητικό
Γενικήαποσυμφορητικούαποσυμφορητικήςαποσυμφορητικού
Αιτιατικήαποσυμφορητικόαποσυμφορητικήαποσυμφορητικό
Κλητικήαποσυμφορητικέαποσυμφορητικήαποσυμφορητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσυμφορητικοίαποσυμφορητικέςαποσυμφορητικά
Γενικήαποσυμφορητικώναποσυμφορητικώναποσυμφορητικών
Αιτιατικήαποσυμφορητικούςαποσυμφορητικέςαποσυμφορητικά
Κλητικήαποσυμφορητικοίαποσυμφορητικέςαποσυμφορητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →