Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσυνάγωγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείαπου έχει διωχθεί από την εβραϊκή συναγωγή λόγω κάποιου παραπτώματος Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαπόβλητος, αποδιωγμένος, απόκληρος, εξοστρακισμένος Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασημονήρης, μονόχνωτος, αντικοινωνικός, μισάνθρωπος Βικιλεξικό
    • Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας έλληνας μποέμ. (*)

Ετυμολογία

αποσυνάγωγος < (ελληνιστική κοινή) < συναγωγή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσυνάγωγοςαποσυνάγωγηαποσυνάγωγο
Γενικήαποσυνάγωγουαποσυνάγωγηςαποσυνάγωγου
Αιτιατικήαποσυνάγωγοαποσυνάγωγηαποσυνάγωγο
Κλητικήαποσυνάγωγεαποσυνάγωγηαποσυνάγωγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποσυνάγωγοιαποσυνάγωγεςαποσυνάγωγα
Γενικήαποσυνάγωγωναποσυνάγωγωναποσυνάγωγων
Αιτιατικήαποσυνάγωγουςαποσυνάγωγεςαποσυνάγωγα
Κλητικήαποσυνάγωγοιαποσυνάγωγεςαποσυνάγωγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →