αποσυναρμολογούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αποσυναρμολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσυναρμολογούμαι | αποσυναρμολογείσαι | αποσυναρμολογείται | αποσυναρμολογούμαστε | αποσυναρμολογείστε | αποσυναρμολογούνται |
| Παρατατικός | αποσυναρμολογούμουν | αποσυναρμολογούσουν | αποσυναρμολογούνταν | αποσυναρμολογούμασταν / αποσυναρμολογούμαστε | αποσυναρμολογούσασταν / αποσυναρμολογούσαστε | αποσυναρμολογούνταν |
| Αόριστος | αποσυναρμολογήθηκα | αποσυναρμολογήθηκες | αποσυναρμολογήθηκε | αποσυναρμολογηθήκαμε | αποσυναρμολογηθήκατε | αποσυναρμολογήθηκαν / αποσυναρμολογηθήκαν / αποσυναρμολογηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αποσυναρμολογηθώ / θα αποσυναρμολογούμαι | θα αποσυναρμολογείσαι / θα αποσυναρμολογηθείς | θα αποσυναρμολογείται / θα αποσυναρμολογηθεί | θα αποσυναρμολογηθούμε / θα αποσυναρμολογούμαστε | θα αποσυναρμολογείστε / θα αποσυναρμολογηθείτε | θα αποσυναρμολογηθούν / θα αποσυναρμολογηθούνε / θα αποσυναρμολογούνται |
| Παρακείμενος | έχω αποσυναρμολογηθεί | έχεις αποσυναρμολογηθεί | έχει αποσυναρμολογηθεί | έχουμε αποσυναρμολογηθεί | έχετε αποσυναρμολογηθεί | έχουν αποσυναρμολογηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσυναρμολογηθεί | είχες αποσυναρμολογηθεί | είχε αποσυναρμολογηθεί | είχαμε αποσυναρμολογηθεί | είχατε αποσυναρμολογηθεί | είχαν αποσυναρμολογηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αποσυναρμολογηθεί / να αποσυναρμολογηθώ / να αποσυναρμολογούμαι | να έχεις αποσυναρμολογηθεί / να αποσυναρμολογείσαι / να αποσυναρμολογηθείς | να έχει αποσυναρμολογηθεί / να αποσυναρμολογείται / να αποσυναρμολογηθεί | να έχουμε αποσυναρμολογηθεί / να αποσυναρμολογηθούμε / να αποσυναρμολογούμαστε | να έχετε αποσυναρμολογηθεί / να αποσυναρμολογείστε / να αποσυναρμολογηθείτε | να έχουν αποσυναρμολογηθεί / να αποσυναρμολογηθούν / να αποσυναρμολογηθούνε / να αποσυναρμολογούνται |
| Προστακτική | — | αποσυναρμολογήσου | — | — | αποσυναρμολογείστε / αποσυναρμολογηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →