αποσυνδεδεμένος
•
- που έχει αποσυνδεθεί, συνήθως για συσκευές Βικιλεξικό
- χρήστης υπολογιστή που είναι (ή θέλει να φαίνεται) εκτός σύνδεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυνδεδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αποσυνδέω
Άλλοι τύποι
αποσυνδεδεμένααποσυνδεδεμένεαποσυνδεδεμένεςαποσυνδεδεμένηαποσυνδεδεμένηςαποσυνδεδεμένοαποσυνδεδεμένοιαποσυνδεδεμένοςαποσυνδεδεμένουαποσυνδεδεμένουςαποσυνδεδεμένωναποσυνδεμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →