αποσυντονιστής
•
- κάποιος ή κάτι που αποσυντονίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυντονιστής < αποσυντονίζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσυντονιστής | αποσυντονιστές |
| Γενική | αποσυντονιστή | αποσυντονιστών |
| Αιτιατική | αποσυντονιστή | αποσυντονιστές |
| Κλητική | αποσυντονιστή | αποσυντονιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →