αποσυσκευάζω
•
- λόγιοαφαιρώ τη συσκευασία από κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσυσκευάζω < απο- + συσκευάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσυσκευάζω | αποσυσκευάζεις | αποσυσκευάζει | αποσυσκευάζουμε | αποσυσκευάζετε | αποσυσκευάζουν / αποσυσκευάζουνε |
| Παρατατικός | αποσυσκεύαζα | αποσυσκεύαζες | αποσυσκεύαζε | αποσυσκευάζαμε | αποσυσκευάζατε | αποσυσκευάζαν / αποσυσκευάζανε / αποσυσκεύαζαν |
| Αόριστος | αποσυσκεύασα | αποσυσκεύασες | αποσυσκεύασε | αποσυσκευάσαμε | αποσυσκευάσατε | αποσυσκευάσαν / αποσυσκευάσανε / αποσυσκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα αποσυσκευάζω / θα αποσυσκευάσω | θα αποσυσκευάζεις / θα αποσυσκευάσεις | θα αποσυσκευάζει / θα αποσυσκευάσει | θα αποσυσκευάζουμε / θα αποσυσκευάσουμε | θα αποσυσκευάζετε / θα αποσυσκευάσετε | θα αποσυσκευάζουν / θα αποσυσκευάζουνε / θα αποσυσκευάσουν / θα αποσυσκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσυσκευάσει | έχεις αποσυσκευάσει | έχει αποσυσκευάσει | έχουμε αποσυσκευάσει | έχετε αποσυσκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσυσκευάσει | είχες αποσυσκευάσει | είχε αποσυσκευάσει | είχαμε αποσυσκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσυσκευάσει / να αποσυσκευάζω / να αποσυσκευάσω | να έχεις αποσυσκευάσει / να αποσυσκευάζεις / να αποσυσκευάσεις | να έχει αποσυσκευάσει / να αποσυσκευάζει / να αποσυσκευάσει | να έχουμε αποσυσκευάσει / να αποσυσκευάζουμε / να αποσυσκευάσουμε | να έχετε αποσυσκευάσει / να αποσυσκευάζετε / να αποσυσκευάσετε | να αποσυσκευάζουν / να αποσυσκευάζουνε / να αποσυσκευάσουν / να αποσυσκευάσουνε |
| Προστακτική | — | αποσυσκεύαζε / αποσυσκεύασε | — | — | αποσυσκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποσυσκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →