αποσφαλματώνω
•
- νεολογισμόςεφαρμόζω διαδικασία αποσφαλμάτωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσφαλματώνω < απο- + σφάλμα + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική debug)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσφαλματώνω | αποσφαλματώνεις | αποσφαλματώνει | αποσφαλματώνουμε | αποσφαλματώνετε | αποσφαλματώνουν / αποσφαλματώνουνε |
| Παρατατικός | αποσφαλμάτωνα | αποσφαλμάτωνες | αποσφαλμάτωνε | αποσφαλματώναμε | αποσφαλματώνατε | αποσφαλμάτωναν / αποσφαλματώναν / αποσφαλματώνανε |
| Αόριστος | αποσφαλμάτωσα | αποσφαλμάτωσες | αποσφαλμάτωσε | αποσφαλματώσαμε | αποσφαλματώσατε | αποσφαλμάτωσαν / αποσφαλματώσαν / αποσφαλματώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσφαλματώνω / θα αποσφαλματώσω | θα αποσφαλματώνεις / θα αποσφαλματώσεις | θα αποσφαλματώνει / θα αποσφαλματώσει | θα αποσφαλματώνουμε / θα αποσφαλματώσουμε | θα αποσφαλματώνετε / θα αποσφαλματώσετε | θα αποσφαλματώνουν / θα αποσφαλματώνουνε / θα αποσφαλματώσουν / θα αποσφαλματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσφαλματώσει | έχεις αποσφαλματώσει | έχει αποσφαλματώσει | έχουμε αποσφαλματώσει | έχετε αποσφαλματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσφαλματώσει | είχες αποσφαλματώσει | είχε αποσφαλματώσει | είχαμε αποσφαλματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσφαλματώσει / να αποσφαλματώνω / να αποσφαλματώσω | να έχεις αποσφαλματώσει / να αποσφαλματώνεις / να αποσφαλματώσεις | να έχει αποσφαλματώσει / να αποσφαλματώνει / να αποσφαλματώσει | να έχουμε αποσφαλματώσει / να αποσφαλματώνουμε / να αποσφαλματώσουμε | να έχετε αποσφαλματώσει / να αποσφαλματώνετε / να αποσφαλματώσετε | να αποσφαλματώνουν / να αποσφαλματώνουνε / να αποσφαλματώσουν / να αποσφαλματώσουνε |
| Προστακτική | — | αποσφαλμάτωνε / αποσφαλμάτωσε | — | — | αποσφαλματώνετε / αποσφαλματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →