αποσχηματισμός
•
- θρησκείαη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχηματίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσχηματισμός < αποσχηματίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσχηματισμός | αποσχηματισμοί |
| Γενική | αποσχηματισμού | αποσχηματισμών |
| Αιτιατική | αποσχηματισμό | αποσχηματισμούς |
| Κλητική | αποσχηματισμέ | αποσχηματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →