Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσύρομαι

ρήμα
•
  1. αφήνω οριστικά κάτι με το οποίο ασχολούμαι, το εγκαταλείπω Βικιλεξικό
  2. απομακρύνομαι από κάποιον τόπο (και απομονώνομαι κάπου αλλού) Βικιλεξικό
    • παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)

Ετυμολογία

αποσύρομαι: παθητική φωνή του ρήματος αποσύρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσύρομαιαποσύρεσαιαποσύρεταιαποσυρόμαστεαποσύρεστεαποσύρονται
Παρατατικόςαποσυρόμουν / αποσυρόμουνααποσυρόσουν / αποσυρόσουνααποσυρόταν / αποσυρότανεαποσυρόμασταν / αποσυρόμαστεαποσυρόσασταν / αποσυρόσαστεαποσυρόντουσαν / αποσύρονταν
Αόριστοςαποσύρθηκααποσύρθηκεςαποσύρθηκεαποσυρθήκαμεαποσυρθήκατεαποσυρθήκαν / αποσυρθήκανε / αποσύρθηκαν
Μέλλονταςθα αποσυρθώ / θα αποσύρομαιθα αποσυρθείς / θα αποσύρεσαιθα αποσυρθεί / θα αποσύρεταιθα αποσυρθούμε / θα αποσυρόμαστεθα αποσυρθείτε / θα αποσύρεστεθα αποσυρθούν / θα αποσυρθούνε / θα αποσύρονται
Παρακείμενοςέχω αποσυρθείέχεις αποσυρθείέχει αποσυρθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αποσυρθείείχες αποσυρθείείχε αποσυρθεί———
Υποτακτικήνα έχω αποσυρθεί / να αποσυρθώ / να αποσύρομαινα έχεις αποσυρθεί / να αποσυρθείς / να αποσύρεσαινα έχει αποσυρθεί / να αποσυρθεί / να αποσύρεταινα αποσυρθούμε / να αποσυρόμαστενα αποσυρθείτε / να αποσύρεστενα αποσυρθούν / να αποσυρθούνε / να αποσύρονται
Προστακτική—αποσύρου / αποσύρσου——αποσυρθείτε / αποσύρεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →