αποσώνω
•
- λαϊκόαποτελειώνω κάτι Βικιλεξικό
- Δεν τόλμησε να αποσώσει τη σκέψη του.
- λαϊκόξοδεύω ή καταναλώνω εντελώς Βικιλεξικό
- λαϊκόκαταφέρνω, προλαβαίνω Βικιλεξικό
- λαϊκόδιατηρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀποσώνω (ολοκληρώνω, τελειώνω) < αρχαία ελληνική ἀποσῴζω (διατηρώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσώνω | αποσώνεις | αποσώνει | αποσώνουμε | αποσώνετε | αποσώνουν / αποσώνουνε |
| Παρατατικός | απόσωνα | απόσωνες | απόσωνε | αποσώναμε | αποσώνατε | αποσώναν / αποσώνανε / απόσωναν |
| Αόριστος | απόσωσα | απόσωσες | απόσωσε | αποσώσαμε | αποσώσατε | αποσώσαν / αποσώσανε / απόσωσαν |
| Μέλλοντας | θα αποσώνω / θα αποσώσω | θα αποσώνεις / θα αποσώσεις | θα αποσώνει / θα αποσώσει | θα αποσώνουμε / θα αποσώσουμε | θα αποσώνετε / θα αποσώσετε | θα αποσώνουν / θα αποσώνουνε / θα αποσώσουν / θα αποσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσώσει | έχεις αποσώσει | έχει αποσώσει | έχουμε αποσώσει | έχετε αποσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσώσει | είχες αποσώσει | είχε αποσώσει | είχαμε αποσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσώσει / να αποσώνω / να αποσώσω | να έχεις αποσώσει / να αποσώνεις / να αποσώσεις | να έχει αποσώσει / να αποσώνει / να αποσώσει | να έχουμε αποσώσει / να αποσώνουμε / να αποσώσουμε | να έχετε αποσώσει / να αποσώνετε / να αποσώσετε | να αποσώνουν / να αποσώνουνε / να αποσώσουν / να αποσώσουνε |
| Προστακτική | — | απόσωνε / απόσωσε | — | — | αποσώνετε / αποσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →