αποτάζω
•
- αποκτώ Βικιλεξικό
- ιδιωματικόαποκτώ (αβγό) για πρώτη φορά (για κότες) Βικιλεξικό
- ιδιωματικόπαράγω Βικιλεξικό
- ιδιωματικόανακαλώ τάξιμο ή υπόσχεση Βικιλεξικό
- τάζω κι αποτάζω
- ιδιωματικότάζω στον Θεό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποτάζω (ἀποτάζω) < → δείτε τη λέξη ἀποτάσσω < αρχαία ελληνική ὑποτάσσω
Άλλοι τύποι
απόταξααποτάξωαποταμένοςαποτάηκααποτάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →