Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτάζω

ρήμα
•
  1. αποκτώ Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόαποκτώ (αβγό) για πρώτη φορά (για κότες) Βικιλεξικό
  3. ιδιωματικόπαράγω Βικιλεξικό
  4. ιδιωματικόανακαλώ τάξιμο ή υπόσχεση Βικιλεξικό
    • τάζω κι αποτάζω
  5. ιδιωματικότάζω στον Θεό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποτάζω (ἀποτάζω) < → δείτε τη λέξη ἀποτάσσω < αρχαία ελληνική ὑποτάσσω

Άλλοι τύποι

απόταξααποτάξωαποταμένοςαποτάηκααποτάζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →