αποτίνω
•
- λόγιοαποδίδω σε κάποιον τιμή, ευγνωμοσύνη Βικιλεξικό
- αποτίνω φόρο τιμής / αποτίω φόρο τιμής
Ετυμολογία
αποτίνω < συμφυρμός των αρχαίων ρημάτων ἀποτίνω (ξεπληρώνω) < ἀπό + τίνω (πληρώνω τίμημα) & τίω (τιμώ, υπολογίζω την αξία) που δεν είναι ετυμολογικά συγγενές. . : Η σύγχυση των δύο ρημάτων τίνω και τίω, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, καθώς ο μέλλοντας τίσω και ο αόριστος ἔτισα συνέπιπταν. : Η μορφή αποτίω είναι πολύ συνηθισμένη, σε σχέση με το ετυμολογικά ακριβέστερο αποτίνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτίνω | αποτίνεις | αποτίνει | αποτίνουμε | αποτίνετε | αποτίνουν / αποτίνουνε |
| Παρατατικός | απέτινα | απέτινες | απέτινε | αποτίναμε | αποτίνατε | απέτιναν / αποτίναν / αποτίνανε |
| Αόριστος | απέτισα | απέτισες | απέτισε | αποτίσαμε | αποτίσατε | απέτισαν / αποτίσαν / αποτίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτίνω / θα αποτίσω | θα αποτίνεις / θα αποτίσεις | θα αποτίνει / θα αποτίσει | θα αποτίνουμε / θα αποτίσουμε | θα αποτίνετε / θα αποτίσετε | θα αποτίνουν / θα αποτίνουνε / θα αποτίσουν / θα αποτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτίσει | έχεις αποτίσει | έχει αποτίσει | έχουμε αποτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτίσει | είχες αποτίσει | είχε αποτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτίσει / να αποτίνω / να αποτίσω | να έχεις αποτίσει / να αποτίνεις / να αποτίσεις | να έχει αποτίσει / να αποτίνει / να αποτίσει | να έχουμε αποτίσει / να αποτίνουμε / να αποτίσουμε | να αποτίνετε / να αποτίσετε | να αποτίνουν / να αποτίνουνε / να αποτίσουν / να αποτίσουνε |
| Προστακτική | — | απότινε / απότισε | — | — | αποτίνετε / αποτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →