αποταγή
•
- θρησκείασυνειδητή και δημόσια άρνηση του κοσμικού τρόπου ζωής, ως πρώτο βήμα για την είσοδο στον μοναχισμό, που δηλώνει πλήρη αφοσίωση στον πνευματικό βίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποταγή < ελληνιστική κοινή ἀποτᾰγή < αρχαία ελληνική ἀποτάσσω < ἀπό + τάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποταγή | αποταγές |
| Γενική | αποταγής | αποταγών |
| Αιτιατική | αποταγή | αποταγές |
| Κλητική | αποταγή | αποταγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →