Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποταγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θρησκείασυνειδητή και δημόσια άρνηση του κοσμικού τρόπου ζωής, ως πρώτο βήμα για την είσοδο στον μοναχισμό, που δηλώνει πλήρη αφοσίωση στον πνευματικό βίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποταγή < ελληνιστική κοινή ἀποτᾰγή < αρχαία ελληνική ἀποτάσσω < ἀπό + τάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποταγήαποταγές
Γενικήαποταγήςαποταγών
Αιτιατικήαποταγήαποταγές
Κλητικήαποταγήαποταγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →