αποταμίευμα
•
- οικονομίατο αποτέλεσμα τού αποταμιεύω, το ποσό που κάποιος έχει αποταμιεύσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάό,τι σε πνευματικό, ψυχικό ή ηθικό επίπεδο έχει «αποταμιεύσει» κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποταμίευμα < αποταμιεύω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποταμίευμα | αποταμιεύματα |
| Γενική | αποταμιεύματος | αποταμιευμάτων |
| Αιτιατική | αποταμίευμα | αποταμιεύματα |
| Κλητική | αποταμίευμα | αποταμιεύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →