Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτείνομαι

ρήμα
•
  1. απευθύνομαι, εκφράζω σε κάποιον ερώτηση, αίτημα, παράπονο κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Ναι, πραγματικά τρελάθηκα. Σκέφτομαι σε ποιον ν' αποταθώ. Στην Αστυνομία; Σε κανένα σύλλογο; (Μαρία Ιορδανίδου, Η αυλή μας)

Ετυμολογία

αποτείνομαι: παθητική φωνή του ρήματος αποτείνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτείνομαιαποτείνεσαιαποτείνεταιαποτεινόμαστεαποτείνεστεαποτείνονται
Παρατατικόςαποτεινόμουν / αποτεινόμουνααποτεινόσουν / αποτεινόσουνααποτεινόταν / αποτεινότανεαποτεινόμασταν / αποτεινόμαστεαποτεινόσασταν / αποτεινόσαστεαποτείνονταν / αποτεινόντουσαν
Αόριστοςαποτάθηκααποτάθηκεςαποτάθηκεαποταθήκαμεαποταθήκατεαποτάθηκαν / αποταθήκαν / αποταθήκανε
Μέλλονταςθα αποταθώ / θα αποτείνομαιθα αποταθείς / θα αποτείνεσαιθα αποταθεί / θα αποτείνεταιθα αποταθούμε / θα αποτεινόμαστεθα αποταθείτε / θα αποτείνεστεθα αποταθούν / θα αποταθούνε / θα αποτείνονται
Παρακείμενοςέχω αποταθείέχεις αποταθείέχει αποταθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αποταθείείχες αποταθείείχε αποταθεί———
Υποτακτικήνα έχω αποταθεί / να αποταθώ / να αποτείνομαινα έχεις αποταθεί / να αποταθείς / να αποτείνεσαινα έχει αποταθεί / να αποταθεί / να αποτείνεταινα αποταθούμε / να αποτεινόμαστενα αποταθείτε / να αποτείνεστενα αποταθούν / να αποταθούνε / να αποτείνονται
Προστακτική—αποτάσου / αποτείνου——αποταθείτε / αποτείνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →