αποτελειώνω
•
- τελειώνω κάτι οριστικά, το ολοκληρώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσκοτώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτελειώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτελειώνω | αποτελειώνεις | αποτελειώνει | αποτελειώνουμε | αποτελειώνετε | αποτελειώνουν / αποτελειώνουνε |
| Παρατατικός | αποτελείωνα | αποτελείωνες | αποτελείωνε | αποτελειώναμε | αποτελειώνατε | αποτελείωναν / αποτελειώναν / αποτελειώνανε |
| Αόριστος | αποτελείωσα | αποτελείωσες | αποτελείωσε | αποτελειώσαμε | αποτελειώσατε | αποτελείωσαν / αποτελειώσαν / αποτελειώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτελειώνω / θα αποτελειώσω | θα αποτελειώνεις / θα αποτελειώσεις | θα αποτελειώνει / θα αποτελειώσει | θα αποτελειώνουμε / θα αποτελειώσουμε | θα αποτελειώνετε / θα αποτελειώσετε | θα αποτελειώνουν / θα αποτελειώνουνε / θα αποτελειώσουν / θα αποτελειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτελειώσει | έχεις αποτελειώσει | έχει αποτελειώσει | έχουμε αποτελειώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτελειώσει | είχες αποτελειώσει | είχε αποτελειώσει | είχαμε αποτελειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτελειώσει / να αποτελειώνω / να αποτελειώσω | να έχεις αποτελειώσει / να αποτελειώνεις / να αποτελειώσεις | να έχει αποτελειώσει / να αποτελειώνει / να αποτελειώσει | να έχουμε αποτελειώσει / να αποτελειώνουμε / να αποτελειώσουμε | να αποτελειώνετε / να αποτελειώσετε | να αποτελειώνουν / να αποτελειώνουνε / να αποτελειώσουν / να αποτελειώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποτελειωμένο / αποτελείωνε / αποτελείωσε | — | — | αποτελειώνετε / αποτελειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →