Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτερματίζω

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοχαράσσω όρια, οριοθετώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτερματίζω < ελληνιστική κοινή ἀποτερματίζω < ἀπό + τερματίζω < αρχαία ελληνική τέρμα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτερματίζωαποτερματίζειςαποτερματίζειαποτερματίζουμεαποτερματίζετεαποτερματίζουν / αποτερματίζουνε
Παρατατικόςαποτερμάτιζααποτερμάτιζεςαποτερμάτιζεαποτερματίζαμεαποτερματίζατεαποτερμάτιζαν / αποτερματίζαν / αποτερματίζανε
Αόριστοςαποτερμάτισααποτερμάτισεςαποτερμάτισεαποτερματίσαμεαποτερματίσατεαποτερμάτισαν / αποτερματίσαν / αποτερματίσανε
Μέλλονταςθα αποτερματίζω / θα αποτερματίσωθα αποτερματίζεις / θα αποτερματίσειςθα αποτερματίζει / θα αποτερματίσειθα αποτερματίζουμε / θα αποτερματίσουμεθα αποτερματίζετε / θα αποτερματίσετεθα αποτερματίζουν / θα αποτερματίζουνε / θα αποτερματίσουν / θα αποτερματίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποτερματίσειέχεις αποτερματίσειέχει αποτερματίσειέχουμε αποτερματίσειέχετε αποτερματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποτερματίσειείχες αποτερματίσειείχε αποτερματίσειείχαμε αποτερματίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποτερματίσει / να αποτερματίζω / να αποτερματίσωνα έχεις αποτερματίσει / να αποτερματίζεις / να αποτερματίσειςνα έχει αποτερματίσει / να αποτερματίζει / να αποτερματίσεινα έχουμε αποτερματίσει / να αποτερματίζουμε / να αποτερματίσουμενα έχετε αποτερματίσει / να αποτερματίζετε / να αποτερματίσετενα αποτερματίζουν / να αποτερματίζουνε / να αποτερματίσουν / να αποτερματίσουνε
Προστακτική—αποτερμάτιζε / αποτερμάτισε——αποτερματίζετε / αποτερματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →