αποτεφρωτήρας
•
- συσκευή ή εγκατάσταση που με τη χρήση υψηλών θερμοκρασιών, μετατρέπει σε τέφρα τα υλικά που τοποθετούνται σ' αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτεφρωτήρας < ρήμα αποτεφρώνω (αποτεφρω-) + επίθημα -τήρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτεφρωτήρας | αποτεφρωτήρες |
| Γενική | αποτεφρωτήρα | αποτεφρωτήρων |
| Αιτιατική | αποτεφρωτήρα | αποτεφρωτήρες |
| Κλητική | αποτεφρωτήρα | αποτεφρωτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →