αποτεφρώνω
•
- καίω ένα σώμα, ώστε να μετατραπεί ολοκληρωτικά σε στάχτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτεφρώνω < ελληνιστική κοινή ἀποτεφρόω / ἀποτεφρῶ < ἀπό + τεφρόω < αρχαία ελληνική τέφρα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτεφρώνω | αποτεφρώνεις | αποτεφρώνει | αποτεφρώνουμε | αποτεφρώνετε | αποτεφρώνουν / αποτεφρώνουνε |
| Παρατατικός | αποτέφρωνα | αποτέφρωνες | αποτέφρωνε | αποτεφρώναμε | αποτεφρώνατε | αποτέφρωναν / αποτεφρώναν / αποτεφρώνανε |
| Αόριστος | αποτέφρωσα | αποτέφρωσες | αποτέφρωσε | αποτεφρώσαμε | αποτεφρώσατε | αποτέφρωσαν / αποτεφρώσαν / αποτεφρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτεφρώνω / θα αποτεφρώσω | θα αποτεφρώνεις / θα αποτεφρώσεις | θα αποτεφρώνει / θα αποτεφρώσει | θα αποτεφρώνουμε / θα αποτεφρώσουμε | θα αποτεφρώνετε / θα αποτεφρώσετε | θα αποτεφρώνουν / θα αποτεφρώνουνε / θα αποτεφρώσουν / θα αποτεφρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτεφρώσει | έχεις αποτεφρώσει | έχει αποτεφρώσει | έχουμε αποτεφρώσει | έχετε αποτεφρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτεφρώσει | είχες αποτεφρώσει | είχε αποτεφρώσει | είχαμε αποτεφρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτεφρώσει / να αποτεφρώνω / να αποτεφρώσω | να έχεις αποτεφρώσει / να αποτεφρώνεις / να αποτεφρώσεις | να έχει αποτεφρώσει / να αποτεφρώνει / να αποτεφρώσει | να έχουμε αποτεφρώσει / να αποτεφρώνουμε / να αποτεφρώσουμε | να έχετε αποτεφρώσει / να αποτεφρώνετε / να αποτεφρώσετε | να αποτεφρώνουν / να αποτεφρώνουνε / να αποτεφρώσουν / να αποτεφρώσουνε |
| Προστακτική | — | αποτέφρωνε / αποτέφρωσε | — | — | αποτεφρώνετε / αποτεφρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →