αποτοιχίζω
•
- αφαιρώ (για λόγους συντήρησης ή διάσωσης) μια τοιχογραφία από κάποιο τοίχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτοιχίζω < απο- + τοίχος + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτοιχίζω | αποτοιχίζεις | αποτοιχίζει | αποτοιχίζουμε | αποτοιχίζετε | αποτοιχίζουν / αποτοιχίζουνε |
| Παρατατικός | αποτοίχιζα | αποτοίχιζες | αποτοίχιζε | αποτοιχίζαμε | αποτοιχίζατε | αποτοίχιζαν / αποτοιχίζαν / αποτοιχίζανε |
| Αόριστος | αποτοίχισα | αποτοίχισες | αποτοίχισε | αποτοιχίσαμε | αποτοιχίσατε | αποτοίχισαν / αποτοιχίσαν / αποτοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποτοιχίζω / θα αποτοιχίσω | θα αποτοιχίζεις / θα αποτοιχίσεις | θα αποτοιχίζει / θα αποτοιχίσει | θα αποτοιχίζουμε / θα αποτοιχίσουμε | θα αποτοιχίζετε / θα αποτοιχίσετε | θα αποτοιχίζουν / θα αποτοιχίζουνε / θα αποτοιχίσουν / θα αποτοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτοιχίσει | έχεις αποτοιχίσει | έχει αποτοιχίσει | έχουμε αποτοιχίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτοιχίσει | είχες αποτοιχίσει | είχε αποτοιχίσει | είχαμε αποτοιχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτοιχίσει / να αποτοιχίζω / να αποτοιχίσω | να έχεις αποτοιχίσει / να αποτοιχίζεις / να αποτοιχίσεις | να έχει αποτοιχίσει / να αποτοιχίζει / να αποτοιχίσει | να έχουμε αποτοιχίσει / να αποτοιχίζουμε / να αποτοιχίσουμε | να αποτοιχίζετε / να αποτοιχίσετε | να αποτοιχίζουν / να αποτοιχίζουνε / να αποτοιχίσουν / να αποτοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | αποτοίχιζε / αποτοίχισε | — | — | αποτοιχίζετε / αποτοιχίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποτοιχίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →