Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτολμώμαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος αποτολμώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτολμώμαι——αποτολμώμεθααποτολμάσθεαποτολμώνται
Παρατατικός—————αποτολμόνταν / αποτολμόντουσαν
Αόριστος—————αποτολμηθήκαν / αποτολμηθήκανε
Μέλλονταςθα αποτολμηθώ / θα αποτολμώμαιθα αποτολμηθείςθα αποτολμηθείθα αποτολμηθούμε / θα αποτολμώμεθαθα αποτολμάσθε / θα αποτολμηθείτεθα αποτολμηθούν / θα αποτολμηθούνε / θα αποτολμώνται
Παρακείμενοςέχω αποτολμηθείέχεις αποτολμηθείέχει αποτολμηθείέχουμε αποτολμηθείέχετε αποτολμηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα αποτολμηθείείχες αποτολμηθείείχε αποτολμηθείείχαμε αποτολμηθεί——
Υποτακτικήνα έχω αποτολμηθεί / να αποτολμηθώ / να αποτολμώμαινα έχεις αποτολμηθεί / να αποτολμηθείςνα έχει αποτολμηθεί / να αποτολμηθείνα έχουμε αποτολμηθεί / να αποτολμηθούμε / να αποτολμώμεθανα έχετε αποτολμηθεί / να αποτολμάσθε / να αποτολμηθείτενα αποτολμηθούν / να αποτολμηθούνε / να αποτολμώνται
Προστακτική—αποτολμήσου——αποτολμάσθε / αποτολμηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—αποτολμάσαιαποτολμάταιαποτολμόμαστεαποτολμάστε—
Παρατατικόςαποτολμόμουναποτολμόσουναποτολμόταναποτολμόμασταναποτολμόσασταν—
Αόριστοςαποτολμήθηκααποτολμήθηκεςαποτολμήθηκεαποτολμηθήκαμεαποτολμηθήκατεαποτολμήθηκαν
Μέλλοντας—θα αποτολμάσαιθα αποτολμάταιθα αποτολμόμαστεθα αποτολμάστε—
Υποτακτική—να αποτολμάσαινα αποτολμάταινα αποτολμόμαστενα αποτολμάστε—
Προστακτική————αποτολμάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →