αποτοξίνωση
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποτοξινώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτοξίνωση < απο- + τοξίνωση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική detoxification)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτοξίνωση | αποτοξινώσεις |
| Γενική | αποτοξίνωσης | αποτοξινώσεων |
| Αιτιατική | αποτοξίνωση | αποτοξινώσεις |
| Κλητική | αποτοξίνωση | αποτοξινώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →