αποτραβώ
•
- μεταφέρω ή απομακρύνω κάτι ή κάποιον από κάπου Βικιλεξικό
- Με τρόπο αποτραβήχτηκε στην κάμαρά της κι έμεινε ξανά μόνη, πολύ μόνη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)
- τραβώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπομονώνω, αποξενώνω Βικιλεξικό
- προφορικότραβώ περισσότερο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτραβώ < απο- + τραβώ < μεσαιωνική ελληνική τραβώ < τραβίζω < ταυρίζω < ταύρος < αρχαία ελληνική ταῦρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *táwros
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →