αποτρόπαιο
•
- αντικείμενο που υποθετικά έχει ειδικές ιδιότητες που προστατεύουν από ή διώχνουν το κακό Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του αποτρόπαιου Βικιλεξικό
- Οταν κανείς ζει μέσα σε έναν καθημερινό πόλεμο, σε συνθήκες κατοχής, εθίζεται στον φόβο, την αγωνία, το απρόβλεπτο, το φρικτό και το αποτρόπαιο. Στο πέρασμα του χρόνου, όμως, και μετά την αρχική έκπληξη, η ζωή ξαναπαίρνει το πάνω χέρι (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4 Ιουνίου 2006)
Ετυμολογία
αποτρόπαιο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτρόπαιο | αποτρόπαια |
| Γενική | αποτροπαίου / αποτρόπαιου | αποτροπαίων |
| Αιτιατική | αποτρόπαιο | αποτρόπαια |
| Κλητική | αποτρόπαιο | αποτρόπαια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →