αποτρώγω
•
- τελειώνω το φαγητό μου, σταματώ να τρώω Βικιλεξικό
- Αφού αποφάγαμε κατεβήκαμε στον κήπο να πιούμε τον καφέ μας στο δροσό. (Δημήτριος Ταγκόπουλος (1914) Χρυσαυγή [διήγημα])
Ετυμολογία
αποτρώγω < μεσαιωνική ελληνική αποτρώγω < απο- + τρώγω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →