Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτσάμπι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτο αποτρύγι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποτσάμπι < απο- + τσαμπί < μεσαιωνική ελληνική αποτσάμπι < βενετικά zambin, υποκοριστικό του zamba (κνήμη ζώου)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποτσάμπιαποτσάμπια
Γενικήαποτσαμπιούαποτσαμπιών
Αιτιατικήαποτσάμπιαποτσάμπια
Κλητικήαποτσάμπιαποτσάμπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →