αποτυφλώνω
•
- τυφλώνω τελείως κάποιον Βικιλεξικό
- για έντονο φωςστραβώνω Βικιλεξικό
- Η λάμψη του ήλιου που αντανακλούσε στην επιφάνεια της θάλασσας ήταν τόσο έντονη που με αποτύφλωσε για λίγα δευτερόλεπτα.
- μεταφορικάεμποδίζομαι να κρίνω ορθά λόγω συναισθημάτων Βικιλεξικό
- Η εμμονή του με την ιδέα ότι θα γίνει πλούσιος τον αποτυφλώνει από την πραγματικότητα και δεν του επιτρέπει να δει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.
Ετυμολογία
αποτυφλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀποτυφλώνω < αρχαία ελληνική ἀποτυφλόω. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + τυφλώνω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποτυφλώνω | αποτυφλώνεις | αποτυφλώνει | αποτυφλώνουμε | αποτυφλώνετε | αποτυφλώνουν / αποτυφλώνουνε |
| Παρατατικός | αποτύφλωνα | αποτύφλωνες | αποτύφλωνε | αποτυφλώναμε | αποτυφλώνατε | αποτυφλώναν / αποτυφλώνανε / αποτύφλωναν |
| Αόριστος | αποτύφλωσα | αποτύφλωσες | αποτύφλωσε | αποτυφλώσαμε | αποτυφλώσατε | αποτυφλώσαν / αποτυφλώσανε / αποτύφλωσαν |
| Μέλλοντας | θα αποτυφλώνω / θα αποτυφλώσω | θα αποτυφλώνεις / θα αποτυφλώσεις | θα αποτυφλώνει / θα αποτυφλώσει | θα αποτυφλώνουμε / θα αποτυφλώσουμε | θα αποτυφλώνετε / θα αποτυφλώσετε | θα αποτυφλώνουν / θα αποτυφλώνουνε / θα αποτυφλώσουν / θα αποτυφλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποτυφλώσει | έχεις αποτυφλώσει | έχει αποτυφλώσει | έχουμε αποτυφλώσει | έχετε αποτυφλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποτυφλώσει | είχες αποτυφλώσει | είχε αποτυφλώσει | είχαμε αποτυφλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποτυφλώσει / να αποτυφλώνω / να αποτυφλώσω | να έχεις αποτυφλώσει / να αποτυφλώνεις / να αποτυφλώσεις | να έχει αποτυφλώσει / να αποτυφλώνει / να αποτυφλώσει | να έχουμε αποτυφλώσει / να αποτυφλώνουμε / να αποτυφλώσουμε | να έχετε αποτυφλώσει / να αποτυφλώνετε / να αποτυφλώσετε | να αποτυφλώνουν / να αποτυφλώνουνε / να αποτυφλώσουν / να αποτυφλώσουνε |
| Προστακτική | — | αποτύφλωνε / αποτύφλωσε | — | — | αποτυφλώνετε / αποτυφλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →