Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποτυφλώνω

/a.po.tiˈflo.no/ρήμα
•
  1. τυφλώνω τελείως κάποιον Βικιλεξικό
  2. για έντονο φωςστραβώνω Βικιλεξικό
    • Η λάμψη του ήλιου που αντανακλούσε στην επιφάνεια της θάλασσας ήταν τόσο έντονη που με αποτύφλωσε για λίγα δευτερόλεπτα.
  3. μεταφορικάεμποδίζομαι να κρίνω ορθά λόγω συναισθημάτων Βικιλεξικό
    • Η εμμονή του με την ιδέα ότι θα γίνει πλούσιος τον αποτυφλώνει από την πραγματικότητα και δεν του επιτρέπει να δει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

Ετυμολογία

αποτυφλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀποτυφλώνω < αρχαία ελληνική ἀποτυφλόω. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + τυφλώνω.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποτυφλώνωαποτυφλώνειςαποτυφλώνειαποτυφλώνουμεαποτυφλώνετεαποτυφλώνουν / αποτυφλώνουνε
Παρατατικόςαποτύφλωνααποτύφλωνεςαποτύφλωνεαποτυφλώναμεαποτυφλώνατεαποτυφλώναν / αποτυφλώνανε / αποτύφλωναν
Αόριστοςαποτύφλωσααποτύφλωσεςαποτύφλωσεαποτυφλώσαμεαποτυφλώσατεαποτυφλώσαν / αποτυφλώσανε / αποτύφλωσαν
Μέλλονταςθα αποτυφλώνω / θα αποτυφλώσωθα αποτυφλώνεις / θα αποτυφλώσειςθα αποτυφλώνει / θα αποτυφλώσειθα αποτυφλώνουμε / θα αποτυφλώσουμεθα αποτυφλώνετε / θα αποτυφλώσετεθα αποτυφλώνουν / θα αποτυφλώνουνε / θα αποτυφλώσουν / θα αποτυφλώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποτυφλώσειέχεις αποτυφλώσειέχει αποτυφλώσειέχουμε αποτυφλώσειέχετε αποτυφλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποτυφλώσειείχες αποτυφλώσειείχε αποτυφλώσειείχαμε αποτυφλώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποτυφλώσει / να αποτυφλώνω / να αποτυφλώσωνα έχεις αποτυφλώσει / να αποτυφλώνεις / να αποτυφλώσειςνα έχει αποτυφλώσει / να αποτυφλώνει / να αποτυφλώσεινα έχουμε αποτυφλώσει / να αποτυφλώνουμε / να αποτυφλώσουμενα έχετε αποτυφλώσει / να αποτυφλώνετε / να αποτυφλώσετενα αποτυφλώνουν / να αποτυφλώνουνε / να αποτυφλώσουν / να αποτυφλώσουνε
Προστακτική—αποτύφλωνε / αποτύφλωσε——αποτυφλώνετε / αποτυφλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →