αποτυχία
•
- το αποτέλεσμα του αποτυγχάνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποτυχία < αρχαία ελληνική ἀποτυχία < ἀποτυγχάνω < ἀπό + τυγχάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰewgʰ- (παράγω, δύναμαι, πετυχαίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποτυχία | αποτυχίες |
| Γενική | αποτυχίας | αποτυχιών |
| Αιτιατική | αποτυχία | αποτυχίες |
| Κλητική | αποτυχία | αποτυχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →