απουσιάζω
•
- δεν είμαι εδώ / εκεί Βικιλεξικό
- ποιος απουσιάζει σήμερα από το μάθημα;
- δεν υπάρχω Βικιλεξικό
- από το επιχείρημά σου απουσίαζε η σχέση με την πραγματικότητα
Ετυμολογία
απουσιάζω < απουσί(α) + -άζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →