αποφαλάκρωση
•
- κυριολεκτικάη μετατροπή κάποιου σε φαλακρό Βικιλεξικό
- αποψίλωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφαλάκρωση < ἀποφαλάκρωσις < ἀποφαλακρόω/ἀποφαλακρῶ < ἀπό + φαλακρός < φαλός (<φάω) + ἄκρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφαλάκρωση | αποφαλακρώσεις |
| Γενική | αποφαλάκρωσης | αποφαλακρώσεων |
| Αιτιατική | αποφαλάκρωση | αποφαλακρώσεις |
| Κλητική | αποφαλάκρωση | αποφαλακρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →