αποφασίζω
•
- επιλέγω να κάνω κάτι ή διαμορφώνω μια τελική κρίση, ύστερα από σκέψη ή συζήτηση Βικιλεξικό
- αποφάσισες αν θα δηλώσεις συμμετοχή;
- Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
- ορίζω ή επιβάλλω το πρακτέο, έχοντας την εξουσία ή τη δυνατότητα να το κάνω αυτό Βικιλεξικό
- ο διευθυντής αποφάσισε να διακόψει την άδειά μου
- το δικαστήριο αποφάσισε υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου
Ετυμολογία
αποφασίζω < μεσαιωνική ελληνική αποφασίζω < ελληνιστική κοινή ἀπόφασις < αρχαία ελληνική ἀποφαίνω < ἀπό + φαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφασίζω | αποφασίζεις | αποφασίζει | αποφασίζουμε | αποφασίζετε | αποφασίζουν / αποφασίζουνε |
| Παρατατικός | αποφάσιζα | αποφάσιζες | αποφάσιζε | αποφασίζαμε | αποφασίζατε | αποφάσιζαν / αποφασίζαν / αποφασίζανε |
| Αόριστος | αποφάσισα | αποφάσισες | αποφάσισε | αποφασίσαμε | αποφασίσατε | αποφάσισαν / αποφασίσαν / αποφασίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποφασίζω / θα αποφασίσω | θα αποφασίζεις / θα αποφασίσεις | θα αποφασίζει / θα αποφασίσει | θα αποφασίζουμε / θα αποφασίσουμε | θα αποφασίζετε / θα αποφασίσετε | θα αποφασίζουν / θα αποφασίζουνε / θα αποφασίσουν / θα αποφασίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφασίσει | έχεις αποφασίσει | έχει αποφασίσει | έχουμε αποφασίσει | έχετε αποφασίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφασίσει | είχες αποφασίσει | είχε αποφασίσει | είχαμε αποφασίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφασίσει / να αποφασίζω / να αποφασίσω | να έχεις αποφασίσει / να αποφασίζεις / να αποφασίσεις | να έχει αποφασίσει / να αποφασίζει / να αποφασίσει | να έχουμε αποφασίσει / να αποφασίζουμε / να αποφασίσουμε | να έχετε αποφασίσει / να αποφασίζετε / να αποφασίσετε | να αποφασίζουν / να αποφασίζουνε / να αποφασίσουν / να αποφασίσουνε |
| Προστακτική | — | αποφάσιζε / αποφάσισε | — | — | αποφασίζετε / αποφασίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →