αποφευκτικός
•
- ψυχολογίαπου αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης Βικιλεξικό
- σπάνιοπου αποσκοπεί στην αποτροπή ενός ενδεχόμενου κινδύνου ή πράξης, λειτουργώντας προληπτικά ή αποτρεπτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφευκτικός < αρχαία ελληνική ἀποφευκτικός < ἀποφεύγω < ἀπό + φεύγω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφευκτικος | αποφευκτικα | αποφευκτικο |
| Γενική | αποφευκτικου | αποφευκτικας | αποφευκτικου |
| Αιτιατική | αποφευκτικο | αποφευκτικα | αποφευκτικο |
| Κλητική | αποφευκτικε | αποφευκτικα | αποφευκτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφευκτικοι | αποφευκτικες | αποφευκτικα |
| Γενική | αποφευκτικων | αποφευκτικων | αποφευκτικων |
| Αιτιατική | αποφευκτικους | αποφευκτικες | αποφευκτικα |
| Κλητική | αποφευκτικοι | αποφευκτικες | αποφευκτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →