Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφευκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψυχολογίαπου αφορά άτομο που τείνει να αποσύρεται κοινωνικά και να αποφεύγει στενές σχέσεις, κυρίως από φόβο κριτικής ή απόρριψης Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου αποσκοπεί στην αποτροπή ενός ενδεχόμενου κινδύνου ή πράξης, λειτουργώντας προληπτικά ή αποτρεπτικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφευκτικός < αρχαία ελληνική ἀποφευκτικός < ἀποφεύγω < ἀπό + φεύγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφευκτικοςαποφευκτικααποφευκτικο
Γενικήαποφευκτικουαποφευκτικαςαποφευκτικου
Αιτιατικήαποφευκτικοαποφευκτικααποφευκτικο
Κλητικήαποφευκτικεαποφευκτικααποφευκτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποφευκτικοιαποφευκτικεςαποφευκτικα
Γενικήαποφευκτικωναποφευκτικωναποφευκτικων
Αιτιατικήαποφευκτικουςαποφευκτικεςαποφευκτικα
Κλητικήαποφευκτικοιαποφευκτικεςαποφευκτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →