αποφορτίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αποφορτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφορτίζομαι | αποφορτίζεσαι | αποφορτίζεται | αποφορτιζόμαστε | αποφορτίζεστε | αποφορτίζονται |
| Παρατατικός | αποφορτιζόμουν / αποφορτιζόμουνα | αποφορτιζόσουν / αποφορτιζόσουνα | αποφορτιζόταν / αποφορτιζότανε | αποφορτιζόμασταν / αποφορτιζόμαστε | αποφορτιζόσασταν / αποφορτιζόσαστε | αποφορτίζονταν / αποφορτιζόντουσαν |
| Αόριστος | αποφορτίστηκα | αποφορτίστηκες | αποφορτίστηκε | αποφορτιστήκαμε | αποφορτιστήκατε | αποφορτίστηκαν / αποφορτιστήκαν / αποφορτιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αποφορτίζομαι / θα αποφορτιστώ | θα αποφορτίζεσαι / θα αποφορτιστείς | θα αποφορτίζεται / θα αποφορτιστεί | θα αποφορτιζόμαστε / θα αποφορτιστούμε | θα αποφορτίζεστε / θα αποφορτιστείτε | θα αποφορτίζονται / θα αποφορτιστούν / θα αποφορτιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφορτιστεί | έχεις αποφορτιστεί | έχει αποφορτιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφορτιστεί | είχες αποφορτιστεί | είχε αποφορτιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφορτιστεί / να αποφορτίζομαι / να αποφορτιστώ | να έχεις αποφορτιστεί / να αποφορτίζεσαι / να αποφορτιστείς | να έχει αποφορτιστεί / να αποφορτίζεται / να αποφορτιστεί | να αποφορτιζόμαστε / να αποφορτιστούμε | να αποφορτίζεστε / να αποφορτιστείτε | να αποφορτίζονται / να αποφορτιστούν / να αποφορτιστούνε |
| Προστακτική | — | αποφορτίζου / αποφορτίσου | — | — | αποφορτίζεστε / αποφορτιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →