Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποφουρνίζω

ρήμα
•
  1. ολοκληρώνω τη διαδικασία του φουρνίσματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποφουρνίζω < απο- + φουρνίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποφουρνίζωαποφουρνίζειςαποφουρνίζειαποφουρνίζουμεαποφουρνίζετεαποφουρνίζουν / αποφουρνίζουνε
Παρατατικόςαποφούρνιζααποφούρνιζεςαποφούρνιζεαποφουρνίζαμεαποφουρνίζατεαποφουρνίζαν / αποφουρνίζανε / αποφούρνιζαν
Αόριστοςαποφούρνισααποφούρνισεςαποφούρνισεαποφουρνίσαμεαποφουρνίσατεαποφουρνίσαν / αποφουρνίσανε / αποφούρνισαν
Μέλλονταςθα αποφουρνίζω / θα αποφουρνίσωθα αποφουρνίζεις / θα αποφουρνίσειςθα αποφουρνίζει / θα αποφουρνίσειθα αποφουρνίζουμε / θα αποφουρνίσουμεθα αποφουρνίζετε / θα αποφουρνίσετεθα αποφουρνίζουν / θα αποφουρνίζουνε / θα αποφουρνίσουν / θα αποφουρνίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποφουρνίσειέχεις αποφουρνίσειέχει αποφουρνίσειέχουμε αποφουρνίσειέχετε αποφουρνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποφουρνίσειείχες αποφουρνίσειείχε αποφουρνίσειείχαμε αποφουρνίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποφουρνίσει / να αποφουρνίζω / να αποφουρνίσωνα έχεις αποφουρνίσει / να αποφουρνίζεις / να αποφουρνίσειςνα έχει αποφουρνίσει / να αποφουρνίζει / να αποφουρνίσεινα έχουμε αποφουρνίσει / να αποφουρνίζουμε / να αποφουρνίσουμενα έχετε αποφουρνίσει / να αποφουρνίζετε / να αποφουρνίσετενα αποφουρνίζουν / να αποφουρνίζουνε / να αποφουρνίσουν / να αποφουρνίσουνε
Προστακτική—αποφούρνιζε / αποφούρνισε——αποφουρνίζετε / αποφουρνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →