αποφουρνίζω
•
- ολοκληρώνω τη διαδικασία του φουρνίσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφουρνίζω < απο- + φουρνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποφουρνίζω | αποφουρνίζεις | αποφουρνίζει | αποφουρνίζουμε | αποφουρνίζετε | αποφουρνίζουν / αποφουρνίζουνε |
| Παρατατικός | αποφούρνιζα | αποφούρνιζες | αποφούρνιζε | αποφουρνίζαμε | αποφουρνίζατε | αποφουρνίζαν / αποφουρνίζανε / αποφούρνιζαν |
| Αόριστος | αποφούρνισα | αποφούρνισες | αποφούρνισε | αποφουρνίσαμε | αποφουρνίσατε | αποφουρνίσαν / αποφουρνίσανε / αποφούρνισαν |
| Μέλλοντας | θα αποφουρνίζω / θα αποφουρνίσω | θα αποφουρνίζεις / θα αποφουρνίσεις | θα αποφουρνίζει / θα αποφουρνίσει | θα αποφουρνίζουμε / θα αποφουρνίσουμε | θα αποφουρνίζετε / θα αποφουρνίσετε | θα αποφουρνίζουν / θα αποφουρνίζουνε / θα αποφουρνίσουν / θα αποφουρνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποφουρνίσει | έχεις αποφουρνίσει | έχει αποφουρνίσει | έχουμε αποφουρνίσει | έχετε αποφουρνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποφουρνίσει | είχες αποφουρνίσει | είχε αποφουρνίσει | είχαμε αποφουρνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποφουρνίσει / να αποφουρνίζω / να αποφουρνίσω | να έχεις αποφουρνίσει / να αποφουρνίζεις / να αποφουρνίσεις | να έχει αποφουρνίσει / να αποφουρνίζει / να αποφουρνίσει | να έχουμε αποφουρνίσει / να αποφουρνίζουμε / να αποφουρνίσουμε | να έχετε αποφουρνίσει / να αποφουρνίζετε / να αποφουρνίσετε | να αποφουρνίζουν / να αποφουρνίζουνε / να αποφουρνίσουν / να αποφουρνίσουνε |
| Προστακτική | — | αποφούρνιζε / αποφούρνισε | — | — | αποφουρνίζετε / αποφουρνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →