αποφούρνισμα
•
- ιδιωματικότο τέλος της διαδικασίας του φουρνίσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφούρνισμα < αποφουρνίζ(ω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφούρνισμα | αποφουρνίσματα |
| Γενική | αποφουρνίσματος | αποφουρνισμάτων |
| Αιτιατική | αποφούρνισμα | αποφουρνίσματα |
| Κλητική | αποφούρνισμα | αποφουρνίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →