αποφόρι
•
- ρούχο, συνήθως παλιό και φθαρμένο, που δεν το φοράμε πια Βικιλεξικό
- Δηλαδή να δίνουμε ένα πιάτο φαγητό στον άνεργο γείτονα, να μοιράζουμε αποφόρια, να βρισκόμαστε γενικώς σε εγρήγορση καλοσύνης και στο τέλος να ξεχάσουμε ότι η κατάντια είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. (*)
Ετυμολογία
αποφόρι < αποφορώ + -ι < από + φορώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφόρι | αποφόρια |
| Γενική | αποφοριού | αποφοριών |
| Αιτιατική | αποφόρι | αποφόρια |
| Κλητική | αποφόρι | αποφόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →