αποφόρτιση
•
- τεχνολογίαη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποφορτίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποφορτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφόρτιση < αποφορτίζω + -ση (1. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déchargement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφόρτιση | αποφορτίσεις |
| Γενική | αποφόρτισης | αποφορτίσεων |
| Αιτιατική | αποφόρτιση | αποφορτίσεις |
| Κλητική | αποφόρτιση | αποφορτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →