αποφώλι
•
- δημοτικήένα αβγό (γνήσιο ή ψεύτικο, όπως λίθινο ομοίωμά του) που τοποθετούνταν στη φωλιά για να προσελκύσει τις κότες να κάνουν τα αβγά τους εκεί, για ελεγχόμενη και τακτική ωοτοκία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποφώλι < απο- + φώλι < φωλι(ά) + -ι. Διαφορετικό το αρχαίο ἀποφώλιος (μάταιος, άχρηστος & άγονος, άκαρπος).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποφώλι | αποφώλια |
| Γενική | αποφωλιού | αποφωλιών |
| Αιτιατική | αποφώλι | αποφώλια |
| Κλητική | αποφώλι | αποφώλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →