αποχαιρετούρα
•
- λαϊκότροποο αποχαιρετισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχαιρετούρα < αποχαιρετώ + -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχαιρετούρα | αποχαιρετούρες |
| Γενική | αποχαιρετούρας | — |
| Αιτιατική | αποχαιρετούρα | αποχαιρετούρες |
| Κλητική | αποχαιρετούρα | αποχαιρετούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →