αποχρών
•
- λόγιοεπαρκής, αρκετός, ικανοποιητικός στις εκφράσεις: Βικιλεξικό
- Εμπνευστής αυτής της αξιέπαινης αλλά και πανέξυπνης στη σύλληψή της ιδέα είναι ο επιμελητής της παρούσας έκδοσης, (...) ο οποίος (...) αναλύει το σκεπτικό της έκδοσης (...) αλλά και τους σκοπούς, τις βαθύτερες αιτίες και τις αποχρώσες ιδέες που διέπουν αυτό το σεμινάριο. (* εφημερίδα Τα Νέα 26 Σεπτεμβρίου 2013)
- αρχή του αποχρώντος λόγου: αρχή σύμφωνα με την οποία για κάθε τι υπάρχει μια λογική αιτία
- λόγιοεπαρκής, αρκετός, ικανοποιητικός στις εκφράσεις: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχρών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποχρῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀποχρῶ συνηρημένου τύπου του ἀποχράω (αρκώ) < χράω/χρῶ (χρησμοδοτώ, προμηθεύω) (μεταφραστικό δάνειο από τη μεσαιωνική λατινική causa efficiens
Άλλοι τύποι
αποχρωσώναποχρώναποχρώντααποχρώνταςαποχρώντεςαποχρώντοςαποχρώντωναποχρώσααποχρώσαςαποχρώσεςαποχρώσης
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →