αποχτένισμα
•
- λαϊκότροποη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχτενίζω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαποχτενίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχτένισμα < αποχτενίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχτένισμα | αποχτενίσματα |
| Γενική | αποχτενίσματος | αποχτενισμάτων |
| Αιτιατική | αποχτένισμα | αποχτενίσματα |
| Κλητική | αποχτένισμα | αποχτενίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →