αποχτενίδι
•
- λαϊκότροποοι τρίχες που πέφτουν καθώς κάποιος χτενίζεται Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαπόμαλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχτενίδι < απο- + χτένα + -ίδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχτενίδι | αποχτενίδια |
| Γενική | αποχτενιδιού | αποχτενιδιών |
| Αιτιατική | αποχτενίδι | αποχτενίδια |
| Κλητική | αποχτενίδι | αποχτενίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →