αποχωρίζομαι
•
- χωρίζω, απομακρύνομαι από ένα αγαπητό πρόσωπο Βικιλεξικό
- Κλαίγαμε μια ώρα όταν αποχωριστήκαμε στο αεροδρόμιο
- στερούμαι πρόσωπο ή αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια Βικιλεξικό
- Δεν μπορούσε να αποχωριστει το παιδί του, το πατρικό του, τη γυναίκα μου, τα βιβλία του πατέρα του, την κομματική του ταυτότητα, την κομματική του ιδιότητα, την παιδικότητά του
Ετυμολογία
αποχωρίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αποχωρίζω < αρχαία ελληνική ἀποχωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποχωρίζομαι | αποχωρίζεσαι | αποχωρίζεται | αποχωριζόμαστε | αποχωρίζεστε | αποχωρίζονται |
| Παρατατικός | αποχωριζόμουν / αποχωριζόμουνα | αποχωριζόσουν / αποχωριζόσουνα | αποχωριζόταν / αποχωριζότανε | αποχωριζόμασταν / αποχωριζόμαστε | αποχωριζόσασταν / αποχωριζόσαστε | αποχωρίζονταν / αποχωριζόντουσαν |
| Αόριστος | αποχωρίστηκα | αποχωρίστηκες | αποχωρίστηκε | αποχωριστήκαμε | αποχωριστήκατε | αποχωρίστηκαν / αποχωριστήκαν / αποχωριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αποχωρίζομαι / θα αποχωριστώ | θα αποχωρίζεσαι / θα αποχωριστείς | θα αποχωρίζεται / θα αποχωριστεί | θα αποχωριζόμαστε / θα αποχωριστούμε | θα αποχωρίζεστε / θα αποχωριστείτε | θα αποχωρίζονται / θα αποχωριστούν / θα αποχωριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποχωριστεί | έχεις αποχωριστεί | έχει αποχωριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποχωριστεί | είχες αποχωριστεί | είχε αποχωριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποχωριστεί / να αποχωρίζομαι / να αποχωριστώ | να έχεις αποχωριστεί / να αποχωρίζεσαι / να αποχωριστείς | να έχει αποχωριστεί / να αποχωρίζεται / να αποχωριστεί | να αποχωριζόμαστε / να αποχωριστούμε | να αποχωρίζεστε / να αποχωριστείτε | να αποχωρίζονται / να αποχωριστούν / να αποχωριστούνε |
| Προστακτική | — | αποχωρίζου / αποχωρίσου | — | — | αποχωρίζεστε / αποχωριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →