Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποχωρίζομαι

ρήμα
•
  1. χωρίζω, απομακρύνομαι από ένα αγαπητό πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Κλαίγαμε μια ώρα όταν αποχωριστήκαμε στο αεροδρόμιο
  2. στερούμαι πρόσωπο ή αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια Βικιλεξικό
    • Δεν μπορούσε να αποχωριστει το παιδί του, το πατρικό του, τη γυναίκα μου, τα βιβλία του πατέρα του, την κομματική του ταυτότητα, την κομματική του ιδιότητα, την παιδικότητά του

Ετυμολογία

αποχωρίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αποχωρίζω < αρχαία ελληνική ἀποχωρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποχωρίζομαιαποχωρίζεσαιαποχωρίζεταιαποχωριζόμαστεαποχωρίζεστεαποχωρίζονται
Παρατατικόςαποχωριζόμουν / αποχωριζόμουνααποχωριζόσουν / αποχωριζόσουνααποχωριζόταν / αποχωριζότανεαποχωριζόμασταν / αποχωριζόμαστεαποχωριζόσασταν / αποχωριζόσαστεαποχωρίζονταν / αποχωριζόντουσαν
Αόριστοςαποχωρίστηκααποχωρίστηκεςαποχωρίστηκεαποχωριστήκαμεαποχωριστήκατεαποχωρίστηκαν / αποχωριστήκαν / αποχωριστήκανε
Μέλλονταςθα αποχωρίζομαι / θα αποχωριστώθα αποχωρίζεσαι / θα αποχωριστείςθα αποχωρίζεται / θα αποχωριστείθα αποχωριζόμαστε / θα αποχωριστούμεθα αποχωρίζεστε / θα αποχωριστείτεθα αποχωρίζονται / θα αποχωριστούν / θα αποχωριστούνε
Παρακείμενοςέχω αποχωριστείέχεις αποχωριστείέχει αποχωριστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αποχωριστείείχες αποχωριστείείχε αποχωριστεί———
Υποτακτικήνα έχω αποχωριστεί / να αποχωρίζομαι / να αποχωριστώνα έχεις αποχωριστεί / να αποχωρίζεσαι / να αποχωριστείςνα έχει αποχωριστεί / να αποχωρίζεται / να αποχωριστείνα αποχωριζόμαστε / να αποχωριστούμενα αποχωρίζεστε / να αποχωριστείτενα αποχωρίζονται / να αποχωριστούν / να αποχωριστούνε
Προστακτική—αποχωρίζου / αποχωρίσου——αποχωρίζεστε / αποχωριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →