Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποψεσινός

/a.po.pse.siˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. δημοτικήαπό ψες, που ανήκει ή αναφέρεται στο προηγούμενο βράδυ, ο χθεσινοβραδινός Βικιλεξικό
  2. σπάνιοσυνώνυμο του αποψινός (απόψε, το σημερινό βράδυ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποψεσινός < αποψές / απόψες (χθες) + -ινός. Δείτε και ψεσινός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποψεσινόςαποψεσινήαποψεσινό
Γενικήαποψεσινούαποψεσινήςαποψεσινού
Αιτιατικήαποψεσινόαποψεσινήαποψεσινό
Κλητικήαποψεσινέαποψεσινήαποψεσινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποψεσινοίαποψεσινέςαποψεσινά
Γενικήαποψεσινώναποψεσινώναποψεσινών
Αιτιατικήαποψεσινούςαποψεσινέςαποψεσινά
Κλητικήαποψεσινοίαποψεσινέςαποψεσινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →