αποψεσινός
•
- δημοτικήαπό ψες, που ανήκει ή αναφέρεται στο προηγούμενο βράδυ, ο χθεσινοβραδινός Βικιλεξικό
- σπάνιοσυνώνυμο του αποψινός (απόψε, το σημερινό βράδυ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποψεσινός < αποψές / απόψες (χθες) + -ινός. Δείτε και ψεσινός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποψεσινός | αποψεσινή | αποψεσινό |
| Γενική | αποψεσινού | αποψεσινής | αποψεσινού |
| Αιτιατική | αποψεσινό | αποψεσινή | αποψεσινό |
| Κλητική | αποψεσινέ | αποψεσινή | αποψεσινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποψεσινοί | αποψεσινές | αποψεσινά |
| Γενική | αποψεσινών | αποψεσινών | αποψεσινών |
| Αιτιατική | αποψεσινούς | αποψεσινές | αποψεσινά |
| Κλητική | αποψεσινοί | αποψεσινές | αποψεσινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →