Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποψιλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στην αποψίλωση των περιοχών από δάση Βικιλεξικό
  2. σχετικός με την αποψίλωση με την έννοια της αποτρίχωσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποψιλωτικός < αποψίλωση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποψιλωτικόςαποψιλωτικήαποψιλωτικό
Γενικήαποψιλωτικούαποψιλωτικήςαποψιλωτικού
Αιτιατικήαποψιλωτικόαποψιλωτικήαποψιλωτικό
Κλητικήαποψιλωτικέαποψιλωτικήαποψιλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποψιλωτικοίαποψιλωτικέςαποψιλωτικά
Γενικήαποψιλωτικώναποψιλωτικώναποψιλωτικών
Αιτιατικήαποψιλωτικούςαποψιλωτικέςαποψιλωτικά
Κλητικήαποψιλωτικοίαποψιλωτικέςαποψιλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →