αποψιλωτικός
•
- που έχει σχέση ή αναφέρεται στην αποψίλωση των περιοχών από δάση Βικιλεξικό
- σχετικός με την αποψίλωση με την έννοια της αποτρίχωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποψιλωτικός < αποψίλωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποψιλωτικός | αποψιλωτική | αποψιλωτικό |
| Γενική | αποψιλωτικού | αποψιλωτικής | αποψιλωτικού |
| Αιτιατική | αποψιλωτικό | αποψιλωτική | αποψιλωτικό |
| Κλητική | αποψιλωτικέ | αποψιλωτική | αποψιλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποψιλωτικοί | αποψιλωτικές | αποψιλωτικά |
| Γενική | αποψιλωτικών | αποψιλωτικών | αποψιλωτικών |
| Αιτιατική | αποψιλωτικούς | αποψιλωτικές | αποψιλωτικά |
| Κλητική | αποψιλωτικοί | αποψιλωτικές | αποψιλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →