αποϋλοποίηση
•
- νεολογισμόςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποϋλοποιώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποϋλοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποϋλοποίηση < αποϋλοποιώ + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dématérialisation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποϋλοποίηση | αποϋλοποιήσεις |
| Γενική | αποϋλοποίησης | αποϋλοποιήσεων |
| Αιτιατική | αποϋλοποίηση | αποϋλοποιήσεις |
| Κλητική | αποϋλοποίηση | αποϋλοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →