Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απούσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αυτή που απουσιάζει, που δεν βρίσκεται εδώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απούσα < ουσιαστικοποιημένη μετοχή αρχαία ελληνική ἀποῦσα, θηλυκό του ἀπών < ἄπειμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπούσααπούσες
Γενικήαπούσαςαπουσών
Αιτιατικήαπούσααπούσες
Κλητικήαπούσααπούσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →