Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απράυντος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν έχει πραϋνθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απράυντος < ελληνιστική κοινή ἀπράϋντος < αρχαία ελληνική πραΰνω < πραΰς / πρᾶος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπράυντοςαπράυντηαπράυντο
Γενικήαπράυντουαπράυντηςαπράυντου
Αιτιατικήαπράυντοαπράυντηαπράυντο
Κλητικήαπράυντεαπράυντηαπράυντο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπράυντοιαπράυντεςαπράυντα
Γενικήαπράυντωναπράυντωναπράυντων
Αιτιατικήαπράυντουςαπράυντεςαπράυντα
Κλητικήαπράυντοιαπράυντεςαπράυντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →