Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρέπεια

/aˈpɾe.pi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συμπεριφορά ή η ιδιότητα του απρεπούς Βικιλεξικό
    • Ίσως την είχε δυσαρεστήσει η χωριατιά μου να πεταχτώ έτσι στα καλά καθούμενα και να προσφέρω εκατό ευρώ σαν κουραδόμαγκας που ήθελε να κάνει τον σπουδαίο. Έσκυψα πάνω της, «Συγχώρεσέ με» της είπα «αν φέρθηκα με απρέπεια, αλλά έχω πιει πολύ». (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

απρέπεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπρέπεια < ἀπρεπής < ἀ- + πρέπω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπρέπειααπρέπειες
Γενικήαπρέπειαςαπρεπειών
Αιτιατικήαπρέπειααπρέπειες
Κλητικήαπρέπειααπρέπειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →